Δήλιος

Δήλιος, [dialect] Dor. [full] Δάλιος, α, ον, also ος, ον E.Tr.89:—
A Delian, A.Eu. 9, etc.: ὁ Δ., name of Apollo, S.Aj.704, Th.1.13; τοῖς Δηλίοις καὶ ταῖσι Δηλίαισι, the gods and goddesses worshipped at Delos, Ar.Th. 334:—[full] Δήλιος, , a Delian, Hdt.4.33, etc.:—also [full] Δηλιεύς, IG12(7).50 ([place name] Amorgos):—fem. [full] Δηλιάς, άδος, , Delian woman,

κοῦραι Δ. h.Ap.157

, cf. E.HF687: with neut. Subst., Δηλιάσιν γυάλοις cj. in Id.IT1235:—Adj. [full] Δηλιακός, ή, όν

, χορός Th.3.104

;

πλοῖον Plu.2.786f

.
II [full] Δηλιὰς θεωρία mission sent to Delos every fourth year, Philoch.158:—hence [full] Δηλιασταί, οἱ, members of this θεωρία, Lycurg. Fr.80, Herodicusap.Ath.6.234e, Harp., Hsch.
III Δήλιον, τό, precinct of Apollo Δ., Herodicus l.c., Schwyzer688 A7 (Chios, v B. C.), etc.
IV Δήλια (sc. ἱερά), τά, festival of Apollo at Delos, Th.3.104, X.Mem.4.8.2; also at Tanagra, etc., SIG319.16, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δήλιος — Delian masc nom sg Δήλιος Delian masc/fem nom sg Δήλιος Delian masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήλιος — (4ος αι. π.Χ.). Πλατωνικός φιλόσοφος. Καταγόταν από την Έφεσο. Συμβούλευσε τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας και έπειτα τον γιο του Αλέξανδρο να αναλάβει επικεφαλής όλων των Ελλήνων στην εκστρατεία εναντίον των Περσών. * * * ια, ο (Α δήλιος, ία, ιον) …   Dictionary of Greek

  • Δήλιος — α, ο 1. κάτοικος της Δήλου. 2. φρ., «Δήλιος κολυμβητής», κολυμβητής με μεγάλη πείρα· «Δήλιο πρόβλημα», πρόβλημα για το οποίο δεν υπάρχει λύση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δηλίω — Δήλιος Delian masc/neut nom/voc/acc dual Δήλιος Delian masc/neut gen sg (doric aeolic) Δήλιος Delian masc/fem/neut nom/voc/acc dual Δήλιος Delian masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) Δήλιος Delian masc nom/voc/acc dual Δήλιος Delian masc gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δήλιον — Δήλιος Delian masc acc sg Δήλιος Delian neut nom/voc/acc sg Δήλιος Delian masc/fem acc sg Δήλιος Delian neut nom/voc/acc sg Δήλιος Delian masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίων — Δήλιος Delian fem gen pl Δήλιος Delian masc/neut gen pl Δήλιος Delian masc/fem/neut gen pl Δήλιος Delian masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίοις — Δήλιος Delian masc/neut dat pl Δήλιος Delian masc/fem/neut dat pl Δήλιος Delian masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίοισι — Δήλιος Delian masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) Δήλιος Delian masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) Δήλιος Delian masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίοισιν — Δήλιος Delian masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) Δήλιος Delian masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) Δήλιος Delian masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίου — Δήλιος Delian masc/neut gen sg Δήλιος Delian masc/fem/neut gen sg Δήλιος Delian masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δηλίους — Δήλιος Delian masc acc pl Δήλιος Delian masc/fem acc pl Δήλιος Delian masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.